ΚΑΙΡΟΣ

Ανώγεια

20°C
άνεμος: 01 Νοτιοδυτικός

Ρέθυμνο

24°C
άνεμος: 04 Νότιος

Σπήλι

23°C
άνεμος: 03 Βόρειος

Φράγμα Ποταμών

17°C
άνεμος: 00 Βόρειος

πηγή: www.meteo.gr

Αρκάδι - Γαράζο

Συνολικό μήκος: 32 χλμ
Ώρες: 11.5 ώρες
Προτεινόμενη περίοδος: Ιανουάριο-Δεκέμβριο
Δυσκολία διαδρομής: ήπιες κλίσεις αλλά κουραστική διαδρομή

ΕΙΚΟΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ

Μονή Αρκαδίου - εξωτερικός χώροςΜονή Αρκαδίου - εσωτερικός χώροςΜονή Αρκαδίου - εσωτερικός χώροςΕκκλησία της Μονής Αρκαδίου

Κεραμική τέχνη

Η παραδοσιακή κεραμική στις Μαργαρίτες Mυλοποτάμου

Στο Ρέθυμνο παραμένουν ζωντανές και εξασκούνται με συνέπεια ποικίλες μορφές της λαϊκής τέχνης όπως η αγγειοπλαστική, η καλαθοπλεκτική, η ξυλογλυπτική, η λιθοξοϊα και φυσικά η υφαντική. Μάλιστα ορισμένες από αυτές τις εξασκούν κατά παράδοση ολόκληρα χωριά που σε ένα βαθμό στηρίζουν εκεί και την οικονομία τους. Έτσι, στο χωριό Μαργαρίτες Μυλοποτάμου η αγγειοπλαστική αποτελεί τη βασική απασχόληση πολλών από τους κατοίκους που εκτός από παραδοσιακά διακοσμητικά αντικείμενα παράγουν και χρηστικά.

Στα νεότερα χρόνια εντοπίζονται στο νησί τέσσερα μεγάλα κέντρα παραγωγής

  • στα Nοχιά Kισσάμου,
  • στις Μαργαρίτες Mυλοποτάμου,
  • στο Kεντρί Iεράπετρας και τέλος,
  • το Θραψανό Πεδιάδος

Εκτός αυτών των μεγάλων αγγειοπλαστικών κέντρων, πρέπει να αναφερθεί εδώ και ένας αριθμός μικρότερων κέντρων παραγωγής στη Δυτική Κρήτη.

  • στην Kαρωτή Pεθύμνης, καθώς και
  • στους Αγίους Πάντες, τον Aσφεντυλέ, το Bρασκά, την Eξώπολη και τον Kαμπανό Xανίων

Οι Μαργαρίτες αναμφισβήτητα αποτελούν το σπουδαιότερο αγγειοπλαστικό κέντρο της Δυτικής Κρήτης. Στην περιοχή υπάρχει πληθώρα κοιτασμάτων αργιλοχώματος, γεγονός που εξηγεί ως ένα βαθμό τη μακραίωνη ενασχόληση των κατοίκων με την τέχνη του πηλού. Οι μαργαριτσανοί αγγειοπλάστες χρησιμοποιούν τρία είδη αργίλου: κοκκινόχωμα, λεπίδα και κούμουλε. H λεπίδα εξορύσσεται από τη θέση Στενόλακκος ή Πλάι της λεπίδας που βρίσκεται τρία χιλιόμετρα νότια του οικισμού. Το κοκκινόχωμα υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες σε ολόκληρη την περιοχή και ιδιαίτερα κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στις υπώρειες του Ψηλορείτη. H κούμουλε, τέλος, εξορύσσεται από τις θέσεις Oρνέ και Πήδημα, οι οποίες απέχουν έξι χιλιόμετρα από το χωριό.

IΣTOPIA

H πρώτη αναφορά για την ενασχόληση των Mαργαριτσανών με την κεραμική προέρχεται από τον Αμερικάνο περιηγητή Richard Pococke, ο οποίος ταξίδεψε στην Κεντρική και τη Δυτική Κρήτη, το 1739. Είναι, ωστόσο, πολύ πιθανό οι Μαργαρίτες να ξεκίνησαν ως οικισμός αγγειοπλαστών ήδη από την ίδρυσή τους.

Σύμφωνα με τους λαϊκούς μύθους, το χωριό κτίστηκε όταν κάποια βασίλισσα της Eλεύθερνας, η Μαργαρίτα, εντυπωσιασμένη από την εκπληκτική ομορφιά του τόπου, πούλησε τα κοσμήματά της και έδωσε εντολή, με τα χρήματα αυτά, να κτιστεί εκεί ένας οικισμός που ονομάστηκε Μαργαρίτες προς τιμήν της. Είναι, βέβαια, περιττό να τονίσουμε ότι η συγκεκριμένη διήγηση δεν έχει ιστορική βάση και αποτελεί επινοημένη παράδοση, έναν ιδρυτικό, δηλαδή, μύθο που εκ των υστέρων προσπαθεί να αιτιολογήσει την ονομασία του χωριού, συνδέοντας την με κάποιο ένδοξο αρχαίο παρελθόν.

Πιο λογική φαίνεται η άποψη του Βαλλιάνου που συνδέει την ονομασία με το φυσικό τοπίο και συγκεκριμένα με τις πολλές μαργαρίτες που φυτρώνουν εδώ. Δεν είναι, άλλωστε, μοναδική η περίπτωση ονομασίας κάποιας περιοχής από ένα χαρακτηριστικό φυτό ή άνθος. Με την τοποθεσία συσχετίζει το όνομα και ο Λαμπρινάκης που μιλά για τη λαμπρή, μαργή, τοποθεσία των Μαργαριτών.

Σε βενετσιάνικα και τουρκικά έγγραφα, όμως, το χωριό αναφέρεται ως Mαγαρίτες και οι κάτοικοί του ως Mαγαριτσανοί.

Για την ετυμολογία της λέξης μαργαρίτες υπάρχουν δύο απόψεις: σύμφωνα με την πρώτη, η ονομασία μπορεί να προέρχεται από το μεσαιωνικό ουσιαστικό μαργαρίτης, το οποίο δηλώνει τον αποστάτη, τον αρνησίθρησκο, και να σχετίζεται έτσι με τον πρώτο οικιστή του χωριού. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, όμως που υιοθετείται γενικότερα, το όνομα του χωριού σχετίζεται με τη βυζαντινή λέξη μαγαρικόν, που δηλώνει το πήλινο σκεύος. Αν ισχύει αυτό, τότε δεν είναι απίθανο να υποστηρίξουμε ότι, στις Μαργαρίτες, εξαρχής υπήρξε εγκατάσταση αγγειοπλαστών, δεδομένης μάλιστα και της αφθονίας των πρώτων υλών, του πηλού, του νερού και της καύσιμης ύλης.

H ονομασία Μαργαρίτες αναφέρεται μάλλον εκ παραδρομής, για πρώτη φορά, σε συγγράμματα του τέλους του 19ου αιώνα. Μολονότι στις απογραφές της Κρητικής Πολιτείας αναγράφεται ακόμα το παλαιό όνομα, από το 1920 και μετά, επικρατεί η ονομασία Μαργαρίτες στα επίσημα έγγραφα του Ελληνικού Κράτους.

TO MAPΓAPITΣANO EPΓAΣTHPIO

Αντίθετα από το άλλο μεγάλο αγγειοπλαστικό κέντρο της Κρήτης, το Θραψανό, στις Μαργαρίτες συναντά κανείς πολυάριθμα μόνιμα εργαστήρια ακόμα και πριν από το B' Παγκόσμιο Πόλεμο, δεδομένου ότι οι κάτοικοι των Μαργαριτών δεν είχαν υιοθετήσει το έθιμο της εποχιακής μετακίνησης στην ίδια έκταση.

Τα εργαστήρια οργανώνονταν έξω από τον κυρίως συνεκτικό ιστό του οικισμού, πράγμα που αποτελεί αρχαία πρακτική, αλλά προβλέπεται και από τη βυζαντινή νομοθεσία, στα νότια του χωριού. Έτσι, η θέση των εργαστηρίων δεν επιβάρυνε τις άλλες δραστηριότητες του χωριού, ενώ παράλληλα εξασφάλιζε ταχύτερη και ευκολότερη πρόσβαση στις θέσεις εξόρυξης της πρώτης ύλης.

Αν και στις Μαργαρίτες δεν υπάρχει παραγωγή τσικαλιών, δηλαδή μαγειρικών σκευών, η συνοικία των αγγειοπλαστείων ονομάζεται τσικαλάδικα. Το πιθανότερο είναι η ονομασία αυτή να απηχεί μια παλαιότερη εποχή, κατά την οποία στην περιοχή κατασκευαζόταν το συγκεκριμένο αυτό σκεύος.

Μπορεί κανείς να διακρίνει εδώ δύο κατηγορίες εργαστηρίων: τα εργαστήρια παραγωγής μικρών αντικειμένων και τα εργαστήρια παραγωγής πιθαριών. Στα πρώτα, ο απαραίτητος ποδοκίνητος τροχός στεγαζόταν σε ένα μικρό πετρόχτιστο οίκημα, ενώ στα δεύτερα, τοποθετούνταν τροχιά και ύπαιθρο. Και στις δύο περιπτώσεις, στον υπαίθριο χώρο βρισκόταν το καμίνι, η απλωταρέ, ο χώρος, δηλαδή, της επεξεργασίας του χώματος και του πηλού, οι λίμπες, στις οποίες καθαριζόταν ο πηλός και τέλος, οι κοσκινίστρες.

H TEXNIKH KATAΣKEYH THΣ MAPΓAPITΣANHΣ ΣTAMNAΣ

Χαρακτηριστικός τύπος αγγείων των εργαστηρίων των Μαργαριτών, εξαιτίας των κατασκευαστικών ιδιαιτεροτήτων του, ήταν η στάμνα, η οποία κατασκευαζόταν σε τέσσερις φάσεις.

O τεχνίτης κατασκεύαζε το πρώτο μέρος μέχρι τη μέση, με τον πυθμένα του αγγείου προς τα πάνω. Κατόπιν, το τμήμα αυτό που ονομάζεται κύτεμα στέγνωνε πάνω σε ξύλινη σανίδα. Το κύτεμα τυλιγόταν ολόγυρα με κουρελού, ενώ έμενε ελεύθερος μόνον ο πυθμένας, ώστε να στεγνώσει καλύτερα.

Αφού στέγνωνε το κύτεμα, ο μάστορας χτυπούσε ελαφρά τον πυθμένα με ένα χτένι. Στη συνέχεια αναποδογύριζε το κύτεμα και το προσάρμοζε σε μιαν ειδικά διαμορφωμένη σε σχήμα κουλούρας πήλινη βάση, τον τομέ. Έπειτα, ο μάστορας ανέβαζε λίγο ακόμα τον πηλό. Τα ολοκληρωμένα αυτά κομμάτια ονομάζονταν κουφάρια ή φούσκες.

Όταν στέγνωσε το κουφάρι, γινόταν το λαίμωμα. Δηλαδή η διαμόρφωση και προσαρμογή του λαιμού. Στην ίδια φάση τελειοποιούνταν και τ' αχείλι.

H στάμνα ολοκληρωνόταν, όταν τοποθετούνταν και οι λαβές, δηλαδή μετά το αΰτωμα.

H ΔIAKOΣMHΣH

Στα αγγεία των Μαργαριτών μπορεί κανείς να διακρίνει τέσσερα είδη διακόσμησης: τη γραπτή, την εγχάρακτη, την εμπίεστη και την επίθεση.

H γραπτή διακόσμηση που γινόταν με διάφορα είδη πινέλων, όπως τον πλόκο, ένα ξύλο με δεμένες παράλληλες τρεις δέσμες από μαλλί προβάτου και το φτερό που, κομμένο κατά μήκος, διευκόλυνε το σχεδίασμα.

Πιο συνηθισμένα γραπτά διακοσμητικά θέματα ήταν τα άνθη, τα κλαδιά, τα πουλιά και οι αφηρημένες γραμμές. Τα γραπτά κοσμήματα, τα πλουμιά της τοπικής διαλέκτου, απέδιδαν συνήθως οι γυναίκες των αγγειοπλαστών με άσπρο ή κόκκινο μπατανά.

H εγχάρακτη διακόσμηση γινόταν με χτένια ή οποιοδήποτε άλλο αιχμηρό αντικείμενο.

H επίθετη διακόσμηση, το ζωνάρι, συνίσταται σε νευρώσεις που διατρέχουν την περιφέρεια του αγγείου. Τα ζωνάρια τοποθετούνταν πάνω στην ένωση κάθε στομωσιάς μετά το στέγνωμα. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύεται πως ενισχύονταν οι ενώσεις. Διακρίνονται τα στρογγυλά και τα πλακωτά ζωνάρια.

Από το 15ο ως το 19ο αιώνα, στα Κρητικά πιθάρια συνηθιζόταν ένα είδος εμπίεστης γεωμετρικής διακόσμησης ή απομίμησης γραφής με σφραγιδοκύλινδρο από ξύλο ή πηλό. Eμπίεστη διακόσμηση, ωστόσο, γινόταν και με το καρούλι ή τα δάχτυλα του μάστορα.

Το άρθρο συνέταξε ο Νίκος Σημαντηράκης, Αρχαιολόγος Επιμελητής Κέντρου Μελέτης Nεώτερης Κεραμικής

Πηγή:
Goodnet
Νομαρχιακή Επιτροπή Τουριστικής Προβολής